Γάμος
Νεκτάριος & Κατερίνα
Αφρός ξυρίσματος, βέρες και ρύζι

Ο Νεκτάριος είχε ακόμα το πρόσωπο γεμάτο αφρό όταν τα παιδιά γύρω του έπιασαν το χαρτί κουζίνας. Στο μπαλκόνι, με τα δέντρα πίσω του, στεκόταν ήσυχος με το λευκό πουκάμισο και τους άφηνε να τον καθαρίσουν, με ένα μισό χαμόγελο. Δεν ξέρω ποιος είχε την ιδέα, ξέρω όμως ότι ο γαμπρός το πήρε πολύ αθλητικά.
Λίγο αργότερα, στο ίδιο μπαλκόνι, ήταν έτοιμος: μπορντό κοστούμι με μαύρα πέτα, παπιγιόν, ένα μικρό λουλούδι στο πέτο και στα χέρια του το μπουκέτο με τα λευκά τριαντάφυλλα και τον ευκάλυπτο. Το κρατούσε προσεκτικά, σαν κάτι που δεν έπρεπε με τίποτα να πάθει ζημιά.
Την Κατερίνα την έπιασα μέσα από έναν καθρέφτη, με τη λευκή ρόμπα και το στολίδι ήδη στα μαλλιά. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και το φως έπεφτε μόνο πάνω της, κι εγώ έμεινα πίσω, να μην της χαλάσω τη στιγμή.
Στην εκκλησία, ανάμεσα σε τοίχους γεμάτους αγιογραφίες, ο ιερέας ακούμπησε τη βέρα στο μέτωπο του Νεκτάριου. Εκείνος είχε τα μάτια χαμηλωμένα, ενώ η Κατερίνα δίπλα του κοίταζε κατευθείαν τον φακό μου.
Έξω από την εκκλησία, ανάμεσα σε κόσμο, ένα φιλί με το μπουκέτο πιασμένο ανάμεσά τους. Και στην έξοδο, το ρύζι: έπεφτε από παντού, τα κινητά ήταν όλα σηκωμένα, και ένας κύριος με μαύρο κοστούμι κρατούσε το χέρι του πάνω από το κεφάλι της νύφης, για να περάσει όσο πιο αλώβητη γινόταν.





































